Στέφανος Δουσάν

Αρχαίος πέτρινος πύργος από την Ελληνιστική περίοδο στο Αγρίνιο
Μάιος 5, 2020
Ένα υστεροβυζαντινό κάστρο στο Αγγελόκαστρο Δ.Αγρινίου
Μάιος 6, 2020

Από τη Βικιπαίδεια

 Στέφαν Ούρος Ντούσαν

Car Dušan, Manastir Lesnovo, XIV vek, Makedonija.jpg

Τοιχογραφία που απεικονίζει τον Ντούσαν στο μοναστήρι του Λέσνοβο, π. 1350
Βασιλιάς των Σέρβων

Περίοδος 8 Σεπτεμβρίου 1331 – 16 Απριλίου 1346 Προκάτοχος Στέφανος Ούρος Γ΄

Αυτοκράτορας των Σέρβων και των Ελλήνων

Περίοδος 16 Απριλίου 1346 – 20 Δεκεμβρίου 1355 Διάδοχος Στέφαν Ούρος Ε΄ Γέννηση π. 1308 Θάνατος 20 Δεκεμβρίου 1355
Ντεβόλ Τόπος ταφής Μοναστήρι των Αρχαγγέλων, Πρίζρεν
Μετά το 1927, ναός του Αγίου Μάρκου, Βελιγράδι Σύζυγος Ελένα της Βουλγαρίας και της Σερβίας

Πλήρες όνομα
   Στέφανος Ούρος Δ΄ Ντούσαν

Οίκος Νεμάνια Πατέρας Στέφανος Ούρος Γ΄Μητέρα Τεοντόρα Σμίλετς

Ο Δουσάν αναβάθμισε τη Σερβική Εκκλησία από αρχιεπισκοπή σε Πατριαρχείο, ολοκλήρωσε την κατασκευή της Μονής Βισόκι Ντέτσανι (μνημείο της UNESCO) και ίδρυσε τη Μονή των Αγίων Αρχαγγέλων, μεταξύ άλλων. Επί της βασιλείας του η Σερβία έφτασε στην εδαφικής, πολιτική, οικονομική και πολιτιστική κορύφωσή της.Ο Στέφαν Ούρος (ή Ουρέσης) Δ΄ Ντούσαν’ (Стефан Урош IV Душан Немањић, 1308 – 20 Δεκεμβρίου 1355), γνωστός ως Ντούσαν ο Ισχυρός (Душан Силни) και στα ελληνικά ως Στέφανος Δουσάν, ήταν βασιλιάς της Σερβίας από τις 8 Σεπτεμβρίου 1331 και Αυτοκράτορας Σέρβων, Ελλήνων, Βουλγάρων, Βλάχων και Αλβανών από τις 16 Απριλίου 1346 μέχρι τον θάνατό του. Ο Δουσάν κατέκτησε μεγάλο τμήμα της νοτιοανατολικής Ευρώπης και ήταν ένας από τους ισχυρότερους μονάρχες της εποχής του. Επί των ημερών του η Σερβία απέκτησε τη μέγιστη έκτασή της. Θέσπισε το σύνταγμα της Σερβικής Αυτοκρατορίας, γνωστό ως Κώδικας του Δουσάν, το σημαντικότερο ίσως γραπτό έργο της μεσαιωνικής Σερβίας.

Ο Δουσάν πέθανε το 1355, ανοίγοντας το δρόμο στους Τούρκους για την κατάκτηση της Σερβίας και των υπόλοιπων Βαλκανίων.[1]

Ήπειρος και Θεσσαλία

Η Σερβική Αυτοκρατορία περί το 1350.

Αντιμετωπίζοντας την επιθετικότητα του Δουσάν, οι Βυζαντινοί αναζήτησαν συμμάχους στους Οθωμανούς Τούρκους, που τους έφεραν για πρώτη φορά στην Ευρώπη. Η πρώτη μάχη ανάμεσα σε Σέρβους και Τούρκους σε βαλκανικό έδαφος, στα Στεφανιανά το 1344, έληξε με ήττα των Σέρβων.[2] Το 1348 ο Δουσάν κατέλαβε την Ήπειρο, την Ακαρνανία και τη Θεσσαλία. Διόρισε το Συμεών Ούροςδεσπότη Ηπείρου και Θεσσαλίας και το Βόιχνα καίσαρα τηςΔράμας.

Από τη στιγμή που ο Δουσάν κατέλαβε την Ηπειρο και τη Θεσσαλία έβαλε στόχο να κατακτήσει την Κωνσταντινούπολη. Για να πάρει την πόλη χρειαζόταν στόλο. Γνωρίζοντας ότι ο στόλος των Σερβικών πόλεων στη νότια Δαλματία δεν ήταν αρκετά ισχυρός, άρχισε διαπραγματεύσεις με τη Βενετία, με την οποία διατηρούσε αρκετά καλές σχέσεις. Οι Ενετοί φοβόντουσαν ότι θα μειώνονταν τα προνόμια τους στην Αυτοκατορία αν οι Σέρβοι γίνονταν κύριοι της Κωνσταντινούπολης επί των αποδυναμωμένων ΒΥζαντινών. Αλλά αν είχαν συμμαχήσει με τη Σερβία ο Δουσάν θα εξέταζε τα υπάρχοντα προνόμια. Από τη στιγμή που θα γινόταν κύριος όλων των Βυζαντινών εδαφών οι Ενετοί θα κέρδιζαν προνόμια. Όμως η Βενετία επέλεξε να αποφύγει στρατιωτική συμμαχία. Ενώ ο Δουσάν έψαχνε βοήθεια ενάντια στο Βυζάντιο οι Ενετοί χρειάζονταν τη βοήθεια των Σέρβων στον αγώνα τους κατά των Ούγγρων για τη Δαλματία. Όταν διαισθάνθηκαν ότι η σερβική βοήθεια θα οδηγούσε σε υποχρέωση των Ενετών προς τη Σερβία, αρνήθηκαν ευγενικά την προσφορά του Δουσάν να τους βοηθήσει.[3]

Καθώς ο Ντούσαν ξεκίνησε την εκστρατεία του στη Βοσνία (αποσύροντας τα Σερβικά στρατεύματα από τη Μακεδονία και τη Θράκη), ο Καντακουζηνός προσπάθησε να ανακτήσει τα εδάφη που είχαν χάσει οι Βυζαντινοί. Με την υποστήριξή του ο Πατριάρχης Κάλλιστος της Κωνσταντινούπολης αφόρισε το Δουσάν ώστε να αποθαρρύνει τον Ελληνικό πληθυσμό στις Ελληνικές επαρχίες του Δουσάν από το να υποστηρίξει τους Σέρβους και έτσι να βοηθήσει τον Καντακουζηνό.[4] Όμως ο αφορισμός δεν διέκοψε τις σχέσεις του Δουσάν με το Άγιο Όρος, που συνέχισε να τον αποκαλεί αυτοκράτορα, αλλά περισσότερο ως Αυτοκράτορα των Σέρβων παρά ως Αυτοκράτορα Σέρβων και Ελλήνων.[5]

Ο Καντακουζηνός συγκέντρωσε ένα μικρό στρατό και κατέλαβε τη Χαλκιδική, τη Βέροια και ύστερα την Έδεσσα. Η Βέροια ήταν η πλουσιότερη πόλη στην περιοχή της Βοττιαίας, ο Δουσάν είχε ήδη αντικαταστήσει πολλούς Ελληνες με με Σέρβους, περιλαμβανομένης μιας Σερβικής φρουράς.[5] Όμως οι εναπομείναντες Έλληνες κατάφεραν να ανοίξουν τις πύλες της πόλης στο Καντακουζηνό το 1350.[17] Η Εδεσσα αντιστάθηκε, αλλά τελικά καταλήφθηκαν εξ εφόδου. Στη συνέχεια ο Καντακουζηνός βάδισε κατά της Θεσσαλίας, αλλά αναχαιτίστηκε στα Σέρβια από τον Καίσαρα Πρέλιουμπ και το στρατό του 500 ανδρών. Οι βυζαντινές δυνάμεις αποσύρθηκαν στη Βέροια και το βοηθητικό τουρκικό σώμα έφτασε λεηλατώντας μέχρι τα Σκόπια. Όταν έμαθε τα νέα ο Δουσάν ανασύνταξε τις δυνάμεις του και προέλασε προς τη Θεσσαλία.[5]

Ιστορικό πλαίσιο

Το 1314 ο Σέρβος Βασιλιάς Στέφανος Μίλουτιν διαφώνησε με το γιο του Στέφανο Ντέτσανι. Ο Μίλουτιν έστειλε το Ντέτσανι στην Κωνσταντινούπολη για να τον τυφλώσουν, αν και πότε δεν τυφλώθηκε ολικά. Ο Ντέτσανι έγραψε στο Ντανίλο, Επίσκοπο του Χουμ, ζητώντας του να μεσολαβήσει στον πατέρα του. Ο Ντανίλο έγραψε στον αρχιεπίσκοπο Νικόδημο τηςε Σερβίας, που μίλησε με το Μίλουτιν και τον έπεισε να καλέσει πίσω το γιο του. Το 1320 επετράπη στο Ντέτσανι να επιστρέψει στη Σερβία και του δόθηκε η κτήση της ‘Μπούντιμλιε’ (σημερινό Μπέρανε), ενώ ο ετεροθαλής αδελφός του Στέφανος Κωνσταντίνος κράτησε την επαρχία της Ζέτα.

Ο Μίλουτιν αρρώστησε και πέθανε στις 29 Οκτωβρίου 1321 και ο Κωνσταντίνος στέφθηκε βασιλιάς.Αμέσως ξέσπασε εμφύλιος πόλεμος, καθώς το θρόνο διεκδίκησαν ο Ντέτσανι και ο εξάδελφός του Στέφανος Βλάντισλαβ Β΄. Ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε να υποταχθεί στο Ντέτσανι, που στη συνέχεια εισέβαλε στη Ζέτα, νικώντας και σκοτώνοντας τον Κωνσταντίνο. Ο Ντέτσανι στέφθηκε βασιλιάς στις 6 Ιανουαρίου 1322 από το Νικόδημο και ο γιος του, Στέφανος Δουσάν, στέφθηκε «νέος βασιλιάς». Ο Ντέτσανι αργότερα παραχώρησε τη Ζέτα στο Δουσάν, υποδεικνύοντάς τον ως το μέλλοντα διάδοχό του. Εν τω μεταξύ ο Βλάντισλαβ Β΄ συγκέντρωσε τοπική υποστήριξη από το Ρούντνικ, πρώην υποτελή του πατέρα του, [[Στέφανος Ντραγκούτιν|Στέφανου Ντραγκούτιν]. Ο Βλάντισλαβ ανακήρυξε τον εαυτό του βασιλιά και υποστηρίχθηκε από τους Ούγγρους, εδραιώνοντας τον έλεγχο των εδαφών του και προετοιμαζόμενος για σύγκρουση με το Ντέτσανι. Όπως συνέβη και με τους πατέρες τους, η Σερβία διαιρέθηκε από τους δύο ανεξάρτητους ηγεμόνες και το 1322 και το 1323 οι έμποροι της Ραγούσας επισκέπτονταν ελεύθερα και τις δύο χώρες.

Το 1323 ξέσπασε ο πόλεμος μεταξύ Ντέτσανι και Βλάντισλαβ. Ο Ρούντνικ είχε υποταγεί στο Ντέτσανι στα τέλη του 1323 και ο Βλάντισλαβ φαίνεται πως είχε καταφύγει στη βόρεια. Ο Βλάντισλάβ νικήθηκε στη μάχη στα τέλη του 1324 και κατέφυγε στην Ουγγαρία, αφήνοντας το σερβικό θρόνο στο Ντέτσανι ως αδιαμφισβήτητο «βασιλιά Ολων των Σερβικών και Παράκτιων περιοχών».

Θρησκευτική δράση

Όπως και οι πρόγονοί του, ο Αυτοκράτορας Δουσάν ασχολήθηκε έντονα με την ανακαίνιση εκκλησιών και μοναστηριών, αλλά και την ίδρυση νέων. Αρχικά ενδιαφέρθηκε για τα μοναστήρια στα οποία είχαν ταφεί οι γονείς του. Τόσο το μοναστήρι Μπάνισκα, που είχε χτίσει ο Βασιλιάς Μιλούτιν, όπου θάφτηκε η μητέρα του, όσο και το μοναστήρι Βισόκι Ντέτσανι, που ήταν κληροδότημα του πατέρα του, τα φρόντισε γενναιόδωρα. Η κατασκευή του δεύτερου μοναστηριού κράτησε οκτώ χρόνια και είναι βέβαιο ότι ο ρόλος του αυτοκράτορα στην οικοδόμησή του ήταν καταλυτικός. Μεταξύ 1337 και 1339 ο αυτοκράτορας αρρώστησε και έδωσε το λόγο του ότι εάν επιβίωνε, θα οικοδομούσε μια εκκλησία και μοναστήρι στην Ιερουσαλήμ. Την εποχή εκείνη υπήρχε ένα σερβικό μοναστήρι στην Ιερουσαλήμ, αφιερωμένο στον Αρχάγγελο Μιχαήλ (που πιστεύεται ότι ιδρύθηκε από το βασιλιά Μιλούτιν) και αρκετοί Σέρβοι μοναχοί στη Χερσόνησο του Σινά.

Η μεγαλύτερη δωρεά του ήταν η Μονή των Αγίων Αρχάγγελων, που βρίσκεται κοντά στην πόλη του Πρίζρεν, στην οποία αρχικά ετάφη. Ο Δουσάν έδωσε πολλά κτήματα σε αυτό το μοναστήρι, συμπεριλαμβανομένου του δάσους του Πρίζρεν, που θα αποτελούσε ιδιαίτερη ιδιοκτησία της μονής, όπου θα φυλάσσονταν όλα τα πολύτιμα αγαθά και τα λείψανα.

Ο γιος του, Στέφανος Ουρός Ε΄, δεν έκανε ειρήνη με τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως. Η πρώτη πρωτοβουλία έγινε από το δεσπότη Ούγκλιεσα το 1368, με αποτέλεσμα οι περιοχές υπό την κυριαρχία του να επανενταχθούν στην Κωνσταντινούπολη. Η τελική πρωτοβουλία για συμφιλίωση των εκκλησιών ήρθε από τον πρίγκιπα Λαζάρο το 1375. Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι υπήρξε λατρεία του Αυτοκράτορα Δουσάν τις δεκαετίες μετά το θάνατό του. Ο καταστατικός χάρτης του Δουσάν με τη Ραγούσα (Ντουμπρόβνικ) χρησίμευσε ως νόμος στο μελλοντικό εμπόριο μεταξύ Σερβίας και Ραγούσας και οι κανονισμοί του θεωρήθηκαν απαραβίαστοι. Η κληρονομιά του Αυτοκράτορα Δουσάν ήταν σεβαστή στη Ραγούσα. Η μεταγενέστερη λαϊκή παράδοση στη Σερβία περιελάμβανε διάφορες θεωρήσεις του Δουσάν, ως επί το πλείστον αρνητικές, που έγιναν υπό την επιρροή της εκκλησίας.

Αιτωλία

Το 1348, ο Δουσάν στράφηκε προς  την Ήπειρο, την Ακαρνανία και τη Θεσσαλία. Διόρισε τον Συμεών Ουρέση δεσπότη Ηπείρου και Θεσσαλίας.

Αναλυτικά ο  Καντακουζηνός αναφέρει είσοδο των Σέρβων στην”Ακαρνανία” και ότι οι Ακαρνάνες για να αποφύγουν την πείνα (λιμό) αναγκάσθηκαν να μεταναστεύσουν “έφ’έτέραν γήν”[6] Ο δέ Χαλκοκονδύλης μιλάει για επιδρομή στην”Αιτωλία” και διακυβέρ­νηση της στην συνέχεια από τον Πριαλούπη, ενώ συγχρόνως ανα­φέρει κατάληψη Ιωαννίνων[7]

 


Παραπομπές

  1.  Hupchick 1995, σελ. 141
  2.  Vizantološki institut, Zbornik radova Vizantološkog instituta, (Naučno delo, 1996), 194.
  3. ↑ Άλμα πάνω, στο:15,0 15,1 15,2 Fine 1994, σελ. 322
  4. ↑ Άλμα πάνω, στο:16,0 16,1 16,2 Fine 1994, σελ. 323
  5. ↑ Άλμα πάνω, στο:17,0 17,1 17,2 17,3 Fine 1994, σελ. 324
  6. Καντακ. III.147. 14 κε.
  7.  Χαλκ.Ι.25. 14 κε.: “”Ηλασε μέν οδν καί επί Αίτωλίαν, καί’Ι­ωαννίνων τήν πόλιν εΐλε* καί τά μέν…έπέτρεψεν… καί τά περί Αίτωλίαν Πριαλούπι”.

Βιβλιογραφία