Η Σαρκοφάγος της Σινταμάρα

Ο χαρταετός στην Ελληνική λογοτεχνία
Μάρτιος 2, 2020
Οι Μυκηναίοι μάς εκπλήσσουν ακόμη
Μάρτιος 2, 2020

Η παρούσα ανάρτηση απευθύνεται σε όσους δεν αρκούνται μόνο στις όμορφες φωτογραφίες αρχαιοτήτων αλλά διψούν να εμβαθύνουν στην αρχαιογνωσία.

Η Σαρκοφάγος της Σινταμάρα. The Sidamara Sarcophagus
Ανήκει σε ομάδα συγκεκριμένου τύπου σαρκοφάγων που πήραν το όνομά τους από τη διασημότερη τούτων (και εδώ παρουσιαζόμενη) ομώνυμη αρχαία πόλη της Καππαδοκίας (κοντά στο Ικόνιο). Πρόκειται για κιονωτή / αψιδωτή ρωμαϊκής εποχής σαρκοφάγο (αντίγραφο έξοχου Αθηναϊκού ελληνιστικού πρωτοτύπου) που χρονολογείται στον 3ο αι. μ.Χ. και, μαζί με την ελληνιστικής εποχής και φερόμενης ως ανήκουσας στο Μεγ. Αλέξανδρο σαρκοφάγο, συγκαταλέγονται στα κορυφαία εκθέματα του Αρχαιολογικού Μουσείου της Κωνσταντινούπολης. Είναι εμφανής σ’ αυτήν η συνεχιζόμενη επίδραση της Αθηναϊκής παράδοσης του 4ου αι. π.Χ., στη θεματολογία και την τεχνοτροπία. Σημειωτέον εδώ ότι ήταν η Αθήνα που έστειλε τις περίφημες σαρκοφάγους του «Μεγ.Αλεξάνδρου» και των «θρηνουσών γυναικών» στη Σιδώνα
Στην εμπρόσθια διάσημη μακρά πλευρά (1η φωτό) εικονίζεται στο κέντρο γενειοφόρος με χιτώνα και ιμάτιο που κρατά ένα ανοιχτό πάπυρο στο αριστερό χέρι. Παρίσταται καθήμενος σε δίφρο με λεοντόποδες υπό αψίδα στηριζόμενη από κίονες με σπειροειδείς ραβδώσεις. Το κενό ανάμεσα στο πρόσωπο και στον κίονα καλύπτει κογχυλιόσχημη εσοχή. Εικάζεται ότι παριστά ποιητή / μάλλον φιλόσοφο με τη μούσα του ενώ πίσω από αυτόν εμφανίζεται μία κοπέλα με περιβολή Αρτέμιδος. (Σύμφωνα με άλλη άποψη δεν πρόκειται για μια από τις εννέα μούσες αλλά για την Ελένη με τις δύο ανδρικές μορφές που πλαισιώνουν τη σκηνή να ανήκουν στους αδελφούς της Κάστορα και Πολυδεύκη, που θεωρούνται προστάτες των ποιητών βλ. Θεόκριτος, XXII, 215).

Στην οπίσθια μακρά πλευρά (2η και 3η φωτο) και σε μια από τις στενές (δεν εμφανίζεται εδώ) απεικονίζονται σκηνές κυνηγίου με τη συμμετοχή των πιο πάνω αδελφών, ενώ στην άλλη στενή πλευρά (4η φωτο) ο ποιητής και η Ελένη προσφέρουσα καρπούς και τις γνωστές για τον νεκρικό συμβολισμό τους ροιές (ρόδια) στο ναϊσκόμορφο τάφο των αναστάντων και θεοποιημένων από αυτήν αδελφών της (Ισοκράτης, Ελένη, 61), εμπρός από τη λεπτοσμιλεμένη πρόσοψη του οποίου (ναού) διακρίνεται τράπεζα προσφορών. Στο επίπεδο κάλυμμα διακρίνεται ανακεκλιμένο το ζεύγος των νεκρών περιστοιχιζόμενο από (ευτραφείς) ερωτιδείς και στη ζωφόρο των πλαϊνών του λέοντες που κατασπαράσσουν βοοειδή, μάχες ερωτιδέων με θηρία κ.ά.
Η επιλογή του θέματος ενδεικνύει την απομάκρυνση από την παραδοσιακή μυθολογική θεματολογία και η εξύμνηση της πνευματικής ενασχόλησης υπαινίσσεται φιλοσοφικές προεκτάσεις προς ένα μεταθανάτιο χαρμόσυνο βίο.
Ο τύπος της ασιατικής Sidamara διαρκεί από το τέλος του δευτέρου έως τα μέσα του τρίτου αι. μ.Χ. Μόνο 50 παραδείγματα αυτού του τύπου είναι γνωστά και πιθανολογείται ότι κατασκευάστηκαν από περιοδεύον συνεργείο που είχε ως έδρα τη βόρεια Μικρά Ασία. (κείμενο – φωτο ν.μ.)