Αρχαία ελληνική μουσική: Τώρα ξέρουμε τελικά πώς ακούγεται

Ο Ιούνιος
Ιούνιος 4, 2020
Παγκόσμιας ημέρας του Περιβάλλοντος
Ιούνιος 6, 2020

Από τον Armand D’Angour

Το 1932, ο μουσικολόγος Γουίλφριντ Πέρετ (Wilfrid Perrett) ανέφερε σε ακροατήριο της Royal Musical Association στο Λονδίνο, τα λόγια ενός ανώνυμου καθηγητή ελληνικών με μουσικές ανησυχίες: «Κανείς  ποτέ δεν έχει προσπαθήσει να κατανοήσει την αρχαία ελληνική μουσική, και κανείς δεν θα το κάνει ποτέ. Με αυτόν τον τρόπο καραδοκεί η παράνοια».

Πράγματι, η αρχαία ελληνική μουσική είναι σε μεγάλο βαθμό αινιγματική. Ωστόσο, στην αρχαία Ελλάδα, η μουσική ήταν πανταχού παρούσα, με το μεγαλύτερο μέρος της ποίησης από το 750 π.Χ. έως το 350 π.Χ. -τα Ομηρικά έπη, η λυρική ποίηση της Σαπφούς κ.ά- να συνθέτονταν και ερμηνευόταν για μελοποιημένα κομμάτια και μερικές φορές συνοδεύονταν από χορό. Τα λογοτεχνικά κείμενα παρέχουν εξαιρετικές και άφθονες λεπτομέρειες σχετικά με τις νότες, τις κλίμακες, τα εφέ και τα όργανα που χρησιμοποιούνταν. Η λύρα ήταν ένα χαρακτηριστικό όργανο, μαζί με τον δημοφιλή δίαυλο – ο οποίος αποτελείται από δύο αυλούς. Ο ένας αυλός έπαιζε τη μελωδία και ο άλλος τη συνοδεία, και παιζόταν ταυτόχρονα από ένα μόνο ερμηνευτή, ώστε να ακούγεται σαν δύο ισχυροί οξύαυλοι (όμποε).

Πολλοί θεωρούν τον ήχο της αρχαίας ελληνικής μουσικής μια χαμένη τέχνη. Μια κοπέλα παίζει τον δίαυλο ή το διπλό φλάουτο, γύρω στο 480 π.Χ. Αττικό ερυθρόμορφο αγγείο. Fletcher Fund, 1924. Μητροπολιτικό Μουσείο Τέχνης (Νέα Υόρκη). (Marie-Lan Nguyen / CC-BY 2.5)

Παρά τον πλούτο πληροφοριών, η αίσθηση και ο ήχος της αρχαίας ελληνικής μουσικής αποδείχθηκε απίστευτα αόριστος. Κι αυτό διότι οι όροι και οι έννοιες που βρέθηκαν στις αρχαίες πηγές – κλίμακες, αρμονίες, διέσεις και ούτω καθεξής – είναι περίπλοκες και άγνωστες. Και ενώ η εγγεγραμμένη μουσική υπάρχει και μπορεί αξιόπιστα να ερμηνευθεί, είναι σπάνια και αποσπασματική. Αυτό που θα μπορούσε να ανακατασκευαστεί, στην πράξη ακούγεται συχνά πολύ παράξενο και αποκρουστικό, έτσι η αρχαία ελληνική μουσική θεωρήθηκε από πολλούς μια χαμένη τέχνη.

Ωστόσο, κάποιες πρόσφατες ανακαλύψεις ανέτρεψαν τη ‘σκοτεινή’ αυτή αξιολόγηση. Ένα πρότζεκτ πάνω στη διερεύνηση της αρχαίας ελληνικής μουσικής στο οποίο εργάζομαι από το 2013, έφερε στο φως συγκλονιστικές πληροφορίες για το πώς οι αρχαίοι Έλληνες σύνθεταν μουσική. Η έρευνά μου οδήγησε ακόμη και στην απόδοσή της – και ελπίζουμε ότι στο μέλλον θα δούμε πολλές ακόμη παρόμοιες αναπαραγωγές.

Ένας άντρας ακούει έναν νεαρό καθώς παίζει τον δίαυλο. Αττικό ερυθρόμορφο αγγείο, γύρω στο 460 π.Χ. – 450 π.Χ. Λούβρο. (Public domain)

Νέες προσεγγίσεις

Η κατάσταση έχει αλλάξει σε μεγάλο βαθμό, διότι τα τελευταία χρόνια, μερικοί πολύ καλοδιατηρημένοι δίαυλοι ανακατασκευάστηκαν από εξειδικευμένους τεχνίτες και ερευνητές που σχετίζονται με την Ευρωπαϊκή Αρχαιολογική Μουσική Μελέτη όπως ο Ρόμπιν Χόγουελ (Robin Howell)· και παίζονται από επιδέξιους αυλητές, όπως οι Μπαρνάμπι Μπράουν (Barnaby Brown) και Κάλουμ Άρμστρονγκ (Callum Armstrong), οι οποίοι παρέχουν μια αξιόπιστη καθοδήγηση για το τονικό φάσμα της αρχαίας μουσικής (το ύψος και το βάθος), καθώς και για την οξύτητα, τα ηχοχρώματα και το κούρδισμα των οργάνων.

Ζωτικό στοιχείο του αρχαίου τραγουδιού ήταν οι ρυθμοί του. Οι ρυθμοί της αρχαίας ελληνικής μουσικής μπορούν να αντληθούν από τη μετρική, που βασίστηκε αυστηρά στη χρονική διάρκεια των συλλαβών των λέξεων, δημιουργόντας μοτίβα μεγάλων και μικρών στοιχείων. Αν και δεν υπάρχουν τέμπο για τα αρχαία τραγούδια, είναι συχνά σαφές εάν πρέπει να τραγουδιούνται με γρήγορο ή αργό ρυθμό. (Μέχρι την εφεύρεση των μηχανικών χρονομέτρων, ο ρυθμός σε κάθε περίπτωση δεν ήταν σταθερός και υποχρεούνταν να ποικίλει μεταξύ των ερμηνειών). Ο καθορισμός ενός κατάλληλου ρυθμού είναι απαραίτητος για το σωστό άκουσμα της μουσικής.

Τι γίνεται με τις τονικότητες τη μελωδία και την αρμονία; Σε αυτό αναφέρονται οι περισσότεροι όταν ισχυρίζονται ότι η αρχαία ελληνική «μουσική» έχει χαθεί. Χιλιάδες λέξεις για τη θεωρία της μελωδίας και της αρμονίας σώζονται στα γραπτά αρχαίων συγγραφέων, όπως του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Αριστόξενου, του Πτολεμαίου και του Αριστείδου Κοϊντιλιανού, και αποσπασματικά σε κάποιες παρτιτούρες αρχαίας μουσικής σημειογραφίας που ανακαλύφτηκαν για πρώτη φορά στη Φλωρεντία στα τέλη του 16ου αιώνα. Αλλά αυτά τα ευρήματα δεν μπόρεσαν στην πράξη να αποδώσουν μουσικά την πραγματική αίσθηση και τον πλούτο της αρμονίας και της μελωδίας.

Υστερορωμαϊκό αγαλματίδιο του Ορφέα που απεικονίζει τον θρυλικό Έλληνα μουσικό να κρατά μια λύρα, περιβαλλόμενος από θηρία γοητευμένα από τη μουσική του (τέταρτος αιώνας) – Αίγινα. Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο στην Αθήνα. (CC BY-SA 3.0)

Περισσότερα γραπτά με αρχαία σημειογραφία πάνω σε πάπυρο ή πέτρα, έχουν αρχίσει να έρχονται σταδιακά στο φως από το 1581 και τώρα υπάρχουν περίπου 60 αποσπάσματα. Συλλέγονται προσεκτικά, μεταγράφονται και ερμηνεύονται από μελετητές όπως ο Μάρτιν Γουέστ (Martin West) και Έγκερτ Πέλμαν (Egert Pöhlmann), οι οποίοι μας διευκολύνουν στην κατανόηση των μουσικών αυτών ακουσμάτων.

Πέτρινο θραύσμα του πρώτου και δεύτερου στίχου του Πρώτου Δελφικού Ύμνου. Μουσική σημειογραφία είναι η σειρά σποραδικών συμβόλων πάνω από τα ελληνικά γράμματα. (CC BY-SA 4.0)

Αναπαραγωγή αρχαίας ελληνικής μουσικής

Το 1892 ανακαλύφθηκε το παλαιότερο μουσικό έγγραφο, στο όποιο υπάρχει μέρος μιας χορωδίας από το έργο του Ευριπίδη «Ορέστης» του 408 π.Χ. Στην απόδοσή του υπάρχουν ερμηνευτικές δυσκολίες εξαιτίας της χρήσης των μικρότερων του ημιτονίου διαστημάτων, τα οποία φαίνεται να υποδηλώνουν μια άγνωστη μελωδική ευαισθησία. Η δυτική μουσική λειτουργεί με ολόκληρους τόνους και ημιτόνια. Οι ήχοι με μικρότερα διαστήματα ακούγονται στα αυτιά μας σαν να είναι εκτός τόνου.

Μουσικό απόσπασμα, 200 π.Χ., από την πρώτη χορωδία του «Ορέστη» του Ευριπίδη, το οποίο ο συγγραφέας ανέλυσε, ερμήνευσε και εκτέλεσε. (Public Domain)

Αλλά η ανάλυση που έκανα πάνω στο απόσπασμα του «Ορέστη», που δημοσιεύθηκε το 2018, οδήγησε σε εντυπωσιακές ανακαλύψεις. Αρχικά, υπέδειξα ότι τα στοιχεία του μουσικού θέματος υποδεικνύουν τη ζωγραφική λέξεων: την απομίμηση της έννοιας των λέξεων από το σχήμα της μελωδικής γραμμής. Βρίσκουμε μια πτώση ρυθμού στη λέξη «θρήνος» και ένα μεγάλο ανέβασμα προς τα πάνω που συνοδεύει τη λέξη «πηδάει».

Δεύτερον, έδειξα ότι εάν οι τέταρτοι τόνοι λειτουργούσαν ως “συμπληρωματικές νότες” [ή μεταβατικές νότες από τη μία χορδή στην άλλη], η σύνθεση ήταν στην πραγματικότητα τονική (εστιασμένη σε ένα τόνο στον οποίο η μελωδία επανέρχεται φυσικά). Αυτό δεν πρέπει να προκαλεί έκπληξη, καθώς υπάρχει τονικότητα σε όλα τα έγγραφα της αρχαίας μουσικής από μεταγενέστερους αιώνες, συμπεριλαμβανομένων της μεγάλης κλίμακας Δελφικών Παιάνων οι οποίοι έχουν διατηρηθεί εγχάρακτοι πάνω σε  πέτρα.

Ενόψει αυτών των ευρημάτων, το 2016 έκανα ανακατασκευή της μουσικής του πάπυρου «Ορέστης» για χορωδία με συνοδεία αυλού, αποδίδοντας το με γρήγορο ρυθμό όπως υποδεικνύεται από τον μετρητή και το περιεχόμενο των λέξεων της χορωδίας. Αυτό το έργο εκτελέστηκε στο Ασμόλειο Μουσείο της Οξφόρδης, τον Ιούλιο του 2017, μαζί με άλλα ανακατασκευασμένα αρχαία μουσικά θέματα.

Δε μου μένει παρά να αφουγκραστώ για τα επόμενα χρόνια, τις άλλες αρχαίες παρτιτούρες που υπάρχουν – πολλές είναι εξαιρετικά αποσπασματικές, και να ανεβάσω ένα πλήρες αρχαίο δράμα με ιστορικά ενημερωμένη μουσική σε ένα αρχαίο θέατρο όπως αυτό της Επιδαύρου.

Εντωμεταξύ, μπορεί να οδηγηθούμε σε ένα εκπληκτικό συμπέρασμα. Συχνά λέγεται ότι η δυτική παράδοση της κλασικής μουσικής ξεκίνησε από το Γρηγοριανό μέλος του 9ου αιώνα μΧ. Αλλά η ανοικοδόμηση και εκτέλεση της ελληνικής μουσικής, έδειξε ότι η αρχαία ελληνική μουσική πρέπει να αναγνωριστεί ως η ρίζα της ευρωπαϊκής μουσικής παράδοσης.

Ο Αρμάν ντ’ Ανγκούρ (Armand D’Angour) είναι αναπληρωτής καθηγητής κλασικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης στην Αγγλία. Αυτό το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στο The Conversation.

Αμερόληπτα και ανεξάρτητα νέα

Η Epoch Times είναι αμερόληπτη και βασίζεται σε αξίες. Πιστεύουμε ότι η αληθινή δημοσιογραφία στηρίζεται σε ηθικές αρχές. Επικεντρωνόμαστε σε σημαντικά ζητήματα και σε πολιτικές και τον αντίκτυπό τους, όχι σε κομματική μεροληψία. Δεν ακολουθούμε την ανήθικη τάση της δημοσιογραφίας που υπηρετεί μια ατζέντα, αλλά αντ’ αυτού χρησιμοποιούμε τις αρχές μας Αλήθεια και Παράδοση ως πυξίδα για να γράφουμε με ειλικρίνεια.