Νοσταλγία και λοξή ματιά στο Αγρίνιο των αρχών του 20ου αιώνα: Ο πύργος του ακροπόταμου του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου

Το πρόγραμμα του «Navarino Challenge 2016»!
Σεπτέμβριος 6, 2016
Η Παναγία του Βάλτου: Ιερά Μονή Ρέθα
Σεπτέμβριος 7, 2016

 

Της Μαρίας  Νικολοπούλου

Είναι ίσως γνωστό ότι ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Αγρίνιο, υπάρχει άλλωστε μια προτομή του και μια πλατεία με το όνομά του στην πόλη. Ίσως όμως δεν είναι ευρύτερα γνωστό ότι το Αγρίνιο ή Βραχώρι, όπως λεγόταν τότε, είναι το σκηνικό όπου διαδραματίζεται ένα από τα σημαντικότερα έργα του, Ο πύργος του ακροπόταμου. Από το έργο περνά η κοινωνική ζωή της μικρής, παραμεθόριας τότε πόλης στις αρχές του 20ουαιώνα, μέσα από την ιδεολογική σκοπιά του μαρξιστή Χατζόπουλου.

Ο Κωνσταντίνος Χατζόπουλος ανήκε στην καλή κοινωνία της πόλης. Γεννήθηκε στο Αγρίνιο το 1868, από πατέρα έμπορο, τον Ιωάννη, με καταγωγή από το Βάλτο και μητέρα τη Θεοφάνη, θετή κόρη του Σωτήρη Στάϊκου, ενός πλούσιου γαιοκτήμονα, από οικογένεια προεστών και αγωνιστών. Οι θετοί γονείς της μητέρας, είχαν ένα μεγάλο κτήμα στην περιοχή Λυκορράχια, και ζήτησαν να αναθρέψουν αυτοί το πρωτότοκο παιδί, τον Κωνσταντίνο. Ο Κωνσταντίνος πήγε στο δημοτικό και στο σχολαρχείο στο Αγρίνιο, ενώ αποφοίτησε από το Γυμνάσιο του Μεσολογγίου το 1882, πιθανότατα επειδή δεν υπήρχε τότε Γυμνάσιο στο Αγρίνιο.

Ο μεσολογγίτης Παλαμάς, κατά εννιά χρόνια μεγαλύτερός του, θυμάται στην νεκρολογία του για το Χατζόπουλο, στο περιοδικό Νουμάς το 1920: «…Χρυσόμαλλο, ζωηρότατο παιδί, να φέρνει βόλτες κάτου από το σπίτι μου, καβαλλάρης πρώτης, στέκεται στην ενθύμησή μου ο Κωνσταντίνος Χαζόπουλος. Στο ίδιο μέρος τον αγναντεύω,  έφηβο μαθητούδι, να προχωρεί στο δρόμο, φροντισμένο, κομψοντυμένο, στα κατάλευκα. […] Ύστερα από χρόνια βρεθήκαμε ανταμωμένοι στην Αθήνα […] Ο Χατζόπουλος ήταν από τότε ζωηρός, ανυπόταχτος, διαχυτικός ή συμμαζεμένος, κατά το κέφι του πάντα κι από τότε ποτέ ισορρόπημένος, μα για τούτο και ξεχωριστός,  αξιαγάπητος. Από τότε μου κίνησε την προσοχή, μου ξύπνησε τη συμπάθεια. Αγάλια αγάλια την αγάπη•  στο τέλος το θαυμασμό.»

Ο Χατζόπουλος όπως και πολλοί λογοτέχνες της γενιάς του φοίτησε στην Νομική, αλλά αντίθετα με τους περισσότερους, πήρε πτυχίο το 1888, πράγμα που ο Παλαμάς το χαρακτηρίζει «κατόρθωμα για τους ανθρώπους του είδους του».  Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι τότε οι απόφοιτοι Γυμνασίου ήταν ελάχιστοι, εγγραφόταν κανείς χωρίς εξετάσεις στο πανεπιστήμιο, αλλά οι πτυχιακές εξετάσεις ήταν εξαιρετικά δύσκολες.

Μετά τη λήψη του πτυχίου του και τη στρατιωτική θητεία επιστρέφει στο Αγρίνιο ως δικηγόρος το 1891. Το 1897, το χρεωκοπημένο (από το 1893) ελληνικό κράτος, παρασυρμένο από μεγαλοϊδεατισμό, προκαλεί τον ελληνοτουρκικό πόλεμο και συντρίβεται από τους Τούρκους, που καταλαμβάνουν όλη τη Θεσσαλία. Οι Μεγάλες Δυνάμεις παρεμβαίνουν, επιβάλλουν στην Ελλάδα την καταβολή δυσβάστακτων αποζημιώσεων προς την Τουρκία και τον  Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο (πράγμα που είχαν αρνηθεί όλες οι κυβερνήσεις μετά τη χρεοκοπία). Ο Χατζόπουλος είχε στρατευθεί ως έφεδρος αξιωματικός και είδε από κοντά το χάος της ήττας.

Αυτή η εμπειρία ίσως τον κάνει να απορρίψει τον κοινωνικό ρόλο για τον οποίον τον προόριζαν, έναν πάραγοντα της κοινωνίας του Αγρινίου. Εγκαταλείπει και τη δικηγορία και τον τόπο, αναζητώντας στην Αθήνα τη λογοτεχνική καταξίωση και τη δυνατότητα να ζεί από την πένα του, όπως οι περισσότεροι λογοτέχνες της γενιάς του, που ζούσαν από τις συνεργασίες τους με περιοδικά και εφημερίδες. Το μικρό εισόδημα  από το κτήμα του παππού του διευκόλυνε αυτά του τα σχέδια. Ο ποιητής Μαλακάσης τον περιγράφει όπως τον γνώρισε το 1898: «Θυμούμαι έναν απογοητευμένο, έναν εξαντλημένο άνθρωπο, ένα ψυχικό ράκος. Συμπαθητικόν όμως, επιμελημένον, σχεδόν κομψόν νέον

Ο Χατζόπουλος την ίδια εποχή εκδίδει το πρωτοποριακό του περιοδικό Τέχνη(1898-1899), που είναι ανοιχτό σε όλα τα ευρωπαϊκά ρεύματα της εποχής, απορρίπτοντας τον Ελληνοκεντρισμό. Σύντομα εγκαθίσταται στην Γερμανία, όπου γνωρίζει και παντρεύεται τη φινλανδή Sunny Häggmann, φοιτήτρια στη Σχολή Καλών Τεχνών της Δρέσδης (1901). Μένει στη Γερμανία με ένα σύντομο διάλειμμα ως το 1914 και το ξέσπασμα του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι η εποχή που η Γερμανία βρίσκεται σε μεγάλη οικονομική και πνευματική ανάπτυξη. Ο Χατζόπουλος παρακολουθεί στενά την πνευματική και ιδεολογική κίνηση της Γερμανίας και την παρουσιάζει σε ελληνικές εφημερίδες και περιοδικά. Την περίοδο εκείνη στρέφεται στο μαρξισμό και το σοσιαλισμό, και το 1907 μεταφράζει για πρώτη φορά στα ελληνικά τοΚομμουνιστικό Μανιφέστο των Καρλ Μαρξ και Φρίντριχ Ένγκελς. Η μετάφραση δημοσιεύτηκε το 1908 με το τίτλο «Το Κοινωνιστικό μανιφέστο» στο περιοδικό Εργάτης του Βόλου, μια πόλης με ισχυρό εργατικό κίνημα.

Την επόμενη χρονιά δημοσιεύεται στο δημοτικιστικό περιοδικό Νουμάς σε συνέχειες το διήγημα Η κούλια του ακροπόταμου (τ. 326, 11/1/1909 – τ. 339, 12/4/1909). Το διήγημα αυτό ξαναδημοσιεύεται από το Χατζόπουλο, ξαναδουλεμένο στο 1915, μετά την επιστροφή του στην Αθήνα με τον τίτλο: Ο πύργος του ακροπόταμου: Ηθογραφία. Η ιστορία του κειμένου αυτού διαδραματίζεται σε μια μικρή πόλη της δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που χωρίς να κατονομάζεται, φαίνεται να είναι το Αγρίνιο και ο ακροπόταμος ίσως ο Ασπροπόταμος. Υπάρχει μόνο μια περιγραφή της πόλης στο κείμενο:

Η ακροποταμιά ήταν ένας έρημος περίπατος ανάμεσα του ποταμού και του κάστρου. Άρχιζε από τον τουρκομαχαλά και περνώντας από κάποια σπιτοκάλυβα, σκόρπια στα ριζιά μιας ράχης, έβγαινε όξω στα περιβόλια και στ’ αμπέλια, ανεβαίνοντας κορδελωτά σε λόφους χαμηλούς αλλού ελιοφύτευτους, αλλού σπαρμένους άγρια σκίνα και μυρτιές και σπάρτα. Κάτω περ­νούσε το ποτάμι ασημωπή μουντή λουρίδα, κάπου πλατιά, κά­που στενή μέσα στον πλατύ λευκό χαλιά, αντίπερα απλωνόταν ο πράσινος και φουντωμένος κάμπος και στο μάκρος γαλανές απανωτές αράδες τα βουνά.

Ο περίπατος αυτός ήτανε παρατημένος σ’ ένα δυο ποιητι­κούς νεοσσούς του τόπου, στους δασκάλους και στα κορίτσια που βγαίναν τις γιορτές ξεσκούφωτα και τις καθημερνές το βράδυ βράδυ όπως δούλευαν ολημέρα μες το σπίτι. Η αρχοντιά δεν έβγαινε ως αυτού· είχε κρατήσει ένα γούπατο μέσα στην πόλη, που το ’λεγε πλατεία και κει τριγύρω χτίσανε τα σπίτια τους οι νιόπλουτοι τοκιστάδες κι έμποροι. Άλλοι φραγκοφορεμένοι ίσκιοι σπάνια να περάσουνε στην ακροποταμιά, εξόν αν πήγαινε στα χτήματα του κανείς γιατρός.

.

Είναι πάγια τακτική του Χατζόπουλου, αλλά και άλλων λογοτεχνών, να αντλούν από τις μνήμες του γενέθλιου τόπου, όταν βρίσκονται μακριά ή αποκλεισμένοι από αυτόν, χωρίς να τον κατονομάζουν. Η επιστροφή όμως στις μνήμες του γενέθλιου τόπου δεν σημαίνει ότι στο κείμενο αυτό ακολουθεί την ειδυλλιακή τάση την ηθογραφίας, που παρουσιάζε στο αστικό κοινό τα ήθη και έθιμα των μικρών κοινοτήτων εξωραϊσμενα. Αντίθετα είναι φανερή η κριτική τάση του Χατζόπουλου:

Βελούχια λέγουνται στην πόλη κοντά στον ποταμό τα εξοχικά καφενεδάκια, που στένουνται την άνοιξη με λίγα πέταυρα για να σαπίσουν το χειμώνα στη βροχή και στην ερμιά, αν δεν καούνε στο μεταξύ στα τζάκια της γειτονιάς. Κάθε άκρη, κάθε γειτονιά της πόλης έχει το δικό της. Αυτού σπουδάζει τα χαρτιά η νεολαία του τόπου, όσο φοβάται ακόμα τον πατέρα και το δάσκαλο, αυτού φέρνει ο τελευταίος αποδείλινα τη γραμ­ματική και το χασμούρημα, αυτού σχεδιάζει ο κομματάρχης τους συνδυασμούς, αυτού ο χωριάτης, που έφερε το γέννημά του στην αγορά, γυρεύοντας να βρει τον παπά στα τρία τραπου­λόχαρτα, χάνει ό,τι του περίσσεψε από τον προστυχιστή κι από το νοικιαστή του φόρου, αυτού έρχεται καμιά λαμπρή η δεσποτική γιορτή να πάρει αέρα το εμπορόπουλο, αυτού τρα­γουδά τη νύχτα στ’ άστρα ο ερωτεμένος.

Ο Χατζόπουλος παρουσιάζει την κοινωνία της μικρής πόλης, κάπου στις αρχές του αιώνα, με βάση τη μαρξιστική  ιδεολογία του: τη φθορά των αγωνιστών και γαιοκτημόνων, την εκμετάλλευση των χωρικών, την άνοδο της αστικής τάξης, το ρόλο του κομματισμού στη διοίκηση και το στρατό αλλά βασικά τον εγκλωβισμό της γυναίκας στον παραδοσιακό της ρόλο, που συντρίβει τον έρωτα και καθιστά το γάμο μια εμπορική συναλλαγή. Είναι ένα θέμα που απασχολεί το γυναικείο κίνημα σε όλη την Ευρώπη και βρίσκει την έκφρασή του στα έργα των σκανδιναβών δραματουργών, του Ίψεν και του Στρίνμπεργκ, που έχει μεταφράσει ο Χατζόπουλος.

Στο έργο πρωταγωνιστεί η οικογένεια του έπαρχου Θώμου Κρανιά, και παρουσιάζεται ο σταδιακός ξεπεσμός της. Λόγω των αξιωμάτων του πατέρα, οι βλέψεις της οικογένειας είναι ανώτερες από τις οικονομικές τους δυνατότητες. Το κείμενο περιγράφει πώς οι κόρες φιλοδοξούν να παντρευτούν κάποιον από την υψηλή κοινωνία της μικρής πόλης, γιο εμπόρου ή αξιωματικό, αλλά δυσκολεύονται γιατί δεν έχουν την ανάλογη προίκα. Ο έρωτας γίνεται το δόλωμα σε αυτό το παιχνίδι, αλλά η γυναίκα έχει περισσότερα να χάσει: η απώλεια της παρθενίας βγάζει από το παιχνίδι γρήγορα τη μεγάλη κόρη, που αναλαμβάνει το ρόλο της μάνας, που πεθαίνει, ενώ οι μικρότερες συναγωνίζονται για όλο και κατώτερους κοινωνικά γαμπρούς, καθώς η ηλικία και η φτώχεια, μετά το θάνατο και του πατέρα τους τις πιέζει:

Κι έτσι η Μαριώ άρχισε να γίνεται πιο νευρική και πιο πα­ράξενη.

[…]  Τον επιλοχία Καραφωτιά κοντεύει πια να τον ξεχάσει. Πάνε δυο χρόνια που άφησε το κάστρο και πάει να ξανακυνηγήσει στα βουνά φυγόδικους. Από τότε άλλαξε η Μαριώ δυο τρεις, μα όλοι τους κόψανε άξαφνα μαζί της άπονα και κρύα, σα να μη βρήκανε σ’ αυτή εκείνο που ζητούσανε. Κι αυτή έχει συνη­θίσει στην αγάπη και στις ταραχές της. Δίχως αυτές προς τι η ζωή; Για να σκύβει ολημερίς στα πλεξίματα και στα ρα­ψίματα, που τις αποκάνουνε τα χέρια, της θαμπώνουν τα μά­τια, κι όταν έρχεται ο ύπνος να τα ξεκουράσει, να μην έρχεται πια με πλάνες φαντασίες;

Δίχως αυτές, της Μαριώς της είναι αδύνατο να ζήσει· το ξέκοψε στον εαυτό της. Δε φταίει αυτή, φταίνε τα μάτια από το δρόμο κι από το βελούχι, που τη συνηθίσανε από μια φορά να πέφτουν όλα απάνω της, να την κυνηγούν αδιάκριτα, σα να θέλουνε να τη φάνε ζωντανή.

Και τώρα αυτά τα μάτια αρχίσανε να την αφήνουν ήσυχη. Μα ίσια ίσια την ησυχία μισά η Μαριώ, η ησυχία την κάνει τώρα πάντα πιο παράξενη και νευρική·

Και λίγο λίγο αρχίζει να ξηγά την αφορμή. Όσο κι αν ακόμα της γελά ο καθρέφτης τα δικά της μάτια, οι ζαρωματιές παραπληθύνανε στο πρόσωπο της και δεν μπορούνε να κρυφτούν όλες από τα ξένα μάτια με το κοκκινάδι. Τι να πρωτοκάμει κι αυτό το δόλιο! Στο κοντινό χαλά τα δόντια μοναχά. […]

Απελπισιά, απελπισιά.

Κι άλλοι συγγραφείς νωρίτερα έχουν κατακρίνει το ρόλο της προίκας στο γάμο. Η πρωτοτυπία του Χατζόπουλου είναι ότι δείχνει τους κοινωνικούς παράγοντες που εγκλωβίζουν τη γυναίκα στην εξάρτησή της από το γάμο και το χρήμα, αλλά παρουσιάζοντας ταυτόχρονα πώς βιώνουν τά πρόσωπα αυτή τη μοίρα, δείχνοντας τα γεγονότα από τη δική τους οπτική γωνία. Σε μια περίοδο που οι αθηναίες αστές διεκδούν τη χειραφέτηση και το δικαίωμα στη μόρφωση, ο Χατζόπουλος δείχνει πώς η συντριπτική πλειονότητα των γυναικών είναι εγκλωβισμένη σε πολύ αθλιότερη μοίρα, που για την βελτίωσή της απαιτούνται όχι μόνο κάποια επιπλέον δικαιώματα για τη γυναίκα, αλλά μια ευρύτερη αλλαγή της κοινωνίας

Είναι ενδιαφέρουσα η χρήση της ρουμελιώτικής διαλέκτου από το Χατζόπουλο: Υπέρμαχος της δημοτικής, που υπέγραφε κάποια άρθρα του ως «Κωσταντινος», χρησιμοποιεί τη δημοτική στα αφηγηματικά μέρη του διηγήματος, αλλά όπως τα περισσότερα ηθογραφικά έργα, οι πρωταγωνιστές μιλάνε στην τοπική διάλεκτο. Ο Χατζόπουλος την αποδίδει πιστά, σημειώνοντας και το ουρανικό λι και νι:

Η Μαριώ μισόγυμνη, με τα μαλλιά ξέπλεκα, με τα μάτια πεταχτά όξω από την αγρύπνια, αφτιασίδωτη και κουρελιάρα στεκότανε μπροστά της:

– Μ’ μουσκουκιμάσ’ ακόμα! Τήρα ξιγνοιασά. Πάει η ώρα γιόμα!

Η Κούλα μόλις την ξεχώριζε στο θάμπωμα της χαραυγής. Παράξενο, η σουβλερή μύτη τη φόβισε κι αυτή. Μια στιγμή νόμισε πως είχε μπροστά της κάποια στρίγγλα, που έβγαινε από τη σπηλιά της. Έτριψε τα μάτια κι έκαμε να ξυστεί.

– Θα σ’ κουθείς, μουρή, ή όχι, σου ’πα; φώναξε η Μαριώ.

– Άι να χαθείς, μι τρόμαξις, μουρμούρισε η Κούλα και ξαπλώθηκε πάλι.

– Τρουμασμέ! Ακούς ικεί, τς χάλασανε τουν ύπνου!

Η Κούλα ξανάκλεισε τα μάτια.

– Τήρα τ’ βρόμα, δεν αϊκούει!

Κι η Μαριώ την κλώτσησε στο πλευρό.

– Φεύγα, σου ’πα, ξιφουρτώσου μι· ξύπνησες μ’ όρεξ’ θαμπά θαμπά, μουρμούρισε η Κούλα.

– Θαμπά θαμπά… βέβαια. Ιψές μόκατσες ως τα μεσάνυχτα […]έδωσε δεύτερη, τρίτη κλωτσιά η Μαριώ.

Η διάλεκτος γίνεται μια τεχνική του ρεαλισμού αλλά τονίζει και την εντοπιότητα του κειμένου και των προσώπων σε μια εποχή που η πεζογραφία στρέφεται προς τα αστικά κέντρα.  Μέσα από την  κοινωνία του Αγρινίου και τη γλώσσα της ο Χατζόπουλος δείχνει τις παθογένειες που εγκλωβίζουν τη γυναίκα στην εξελισσόμενη κοινωνία των αρχών του 20ου αιώνα. Για να αλλάξει η μοίρα της δεν χρειάζεται απλώς η χειραφέτηση, αλλά η αλλαγή όλης της κοινωνίας.

Ο Χατζόπουλος πέθανε το 1920, κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού προς τη Γερμανία. Δύο χρόνια νωρίτερα, και μετά το θάνατο των γονιών του, πούλησε το κτήμα στα Λυκορράχια στον καπνοβιομήχανο Παπαστράτο, ο οποίος αργότερα το δώρισε στην πόλη του Αγρινίου, για να γίνει πάρκο που υπάρχει μέχρι σήμερα. Παρ’ όλο που απέκοψε τους υλικούς δεσμούς του με τη γενέθλια πόλη, ο Χατζόπουλος πάντα αντλούσε το πλαίσιο των κειμένων του από το περιβάλλον της Αιτωλοακαρνανίας. Συνδύασε έτσι τα διεθνή ιδεολογικά και καλλιτεχνικά ρεύματα με τις νεανικές του αναμνήσεις και βλέποντας με μια αντισυμβατική ματιά την κοινωνία που τον προόριζε για παράγοντα, δημιούργησε ένα έργο που αξίζει να διαβάζεται και σήμερα.

Έντυπη έκδοση  Aria Free Press

οικίαΧατζ

Φιλόλογος, Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο