«Θεολογικὴ ἀνάλυση τῆς εἰκόνας τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ»

Λευκή Πρωτοχρονιά: Πού και πότε θα χιονίσει
Δεκέμβριος 27, 2015
Το λεοπάρ κέικ που έχει προκαλέσει φρενίτιδα σκίζει και σε γεύση και σε εμφάνιση!
Δεκέμβριος 30, 2015

Τὸ πνευματικὸ μεγαλεῖο, τὸ μυστικὸ βάθος καὶ τὸ αἰσθητικὸ κάλλος τῆς Ὀρθοδόξου τέχνης συνεργοῦν στὴ μετοχὴ τοῦ πιστοῦ στὸ καλοάγγελτο γεγονὸς τῆς ἐνανθρώπισης. Μέσα στὸ χῶρο τῆς Ἐκκλησίας ὁ πιστὸς ζεῖ τὸ μυστήριο τῆς σαρκώσεως μὲ τὶς αἰσθήσεις του, ποὺ μεταμορφώνονται γιὰ νὰ γίνουν μέσα ἐπικοινωνίας μὲ τὸ ἄρρητο. Προσκυνώντας τὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως ἀνταποκρίνεται στὸ κέλευσμα τῆς ψαλμωδίας «δεῦτε ἴδωμεν πιστοί» καὶ «βλέπει» μὲ τὰ μάτια του τὴν θεολογία τῆς σαρκώσεως αἰσθανόμενος τὴν εὐφροσύνη τῆς θείας συγκαταβάσεως καὶ κενώσεως.

Τὸ βουνό, τὸ σπήλαιο, ἡ φάτνη, τὰ ζώα συνυπάρχουν μὲ τὸν χρυσὸ κάμπο ποὺ εἶναι ὁ πνευματικὸς χῶρος τοῦ οὐρανοῦ. Ἔτσι ἡ εἰκόνα ἀμέσως παρουσιάζει τὴν σύνθεση τοῦ γήινου καὶ τοῦ οὐράνιου, τοῦ ανθρωπίνου καὶ τοῦ θείου.

Ὅλες οἱ μορφὲς ἔχουν εἰδικὸ νόημα καὶ συμβολισμό. Ἡ Γέννηση τοποθετεῖται μέσα σὲ σπήλαιο, στοιχεῖο ποὺ δὲν προέρχεται ἀπὸ τὰ Εὐαγγέλια, ἀλλὰ ἀπὸ τὴν παράδοση ποὺ ξεκινάει μὲν ἀπὸ τὸ ἀπόκρυφο τὸ λεγόμενο Πρωτοευαγγέλιο τοῦ Ἰακώβου ἀλλὰ τὴν παίρνει ὁ ὀρθόδοξος θεολογικὸς στοχασμὸς (Ἰουστῖνος ὁ φιλόσοφος καὶ μάρτυς) καὶ τὴν καθιερώνει ἡ ὑμνογραφία μὲ τὸν Ρωμανὸ «καὶ ἡ γῆ τὸ σπήλαιον τῷ ἀπροσίτῳ προσάγει» (Κοντάκιον), καὶ τοὺς ἄλλους Ὑμνωδοὺς τῶν Χριστουγέννων: «Τί σοὶ προσενέγκωμεν Χριστὲ ὅτι ὥφθης ἐπὶ γῆς ὡς ἄνθρωπος… ἡ γῆ τὸ σπήλαιον» (Ἰδιόμελον Ἑσπερινοῦ), «τῷ σήμερον ἐν σπηλαίῳ τεχθέντι» (Κάθισμα Ὄρθρου).

Ἀριστερά, μπροστὰ ἀπὸ τὸ ἄνοιγμα τοῦ βράχου, οἱ μάγοι ποὺ εἰκονίζονται σὲ διαφορετικὴ ἡλικία· νέος, μεσήλικας, γέροντας. Μ’ αὐτὸ τὸν τρόπο μᾶς δηλώνει ὁ ἁγιογράφος ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ φῶς τὸ ἀληθινό, καὶ φωτίζει τοὺς ἀνθρώπους ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν ἡλικία τους. Οἱ μάγοι ἀντιπροσωπεύουν ἀκόμη τὴν Ἐκκλησία ποὺ θὰ προέλθει ἀπὸ τοὺς ἐθνικούς.

Τὸ σκοτεινόχρωμο σπήλαιο συνδέεται καὶ μὲ τὸν Ἄδη ποὺ θὰ φωτίσει ὁ Χριστὸς μὲ τὴν Ἀνάστασή Του. Συμβολίζει ὅμως καὶ τὴ σκοτεινιὰ τοῦ προχριστιανικοῦ κόσμου στὴν ὁποία θὰ λάμψει τὸ χαρούμενο, λυτρωτικὸ φῶς «ὁ λαὸς ὁ καθήμενος ἐν σκότει εἶδε φῶς μέγα καὶ τοῖς καθημένοις αὐτοῖς ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου φῶς ἀνέτειλεν αὐτοῖς» (Ματθ. 4,16).

Κάτω ἀπὸ τὸν οὐράνιο θόλο μὲ τὰ χρυσὰ ἀστέρια, ποὺ ὁρίζονται μὲ καμπυλόγραμμο τόξο, εἰκονίζονται οἱ ἄγγελοι ποὺ δοξολογοῦν τὸν Θεό. Ἡ εἰρήνη ποὺ ὕμνησαν οἱ ἄγγελοι δὲν ἀφοροῦσε μία εἰρήνη ἐξωτερική, κοινωνική, ἀλλὰ Αὐτὸν τὸν Ἴδιον τὸν Χριστό, ποὺ κατῆλθε ἐπὶ γῆς ὡς ἄνθρωπος γιὰ μᾶς, γιὰ νὰ μᾶς φανερώσῃ τὴν “εὐδοκία”, δηλαδὴ αὐτὸ ποὺ ὀνομάζουν οἱ Πατέρες προηγούμενο θέλημα τοῦ Θεού.

Ὁ Χριστὸς εἰκονίζεται σπαργανωμένος. Ἡ εἰκονογραφία ἐδῶ ἀκολουθεῖ πιστὰ τὴν εὐαγγελικὴ διήγηση «καὶ ἐσπαργάνωσεν αὐτὸν καὶ ἀνέκλινε αὐτὸν ἐν τῇ φάτνῃ» (Λουκ. 2,7). Τὸ φασκιωμένο βρέφος παραπέμπει ὀπτικὰ σὲ μορφὲς νεκρῶν (ὅπως τοῦ Λαζάρου), δίνοντάς μας ἔτσι μιὰ ἀκόμα νύξη γιὰ τὸ σάββανο καὶ τὴν ταφὴ τοῦ Κυρίου.

Ἡ θέση τῆς Παναγίας εἶναι καίρια στὴν εἰκόνα δείχνοντας μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο τὸ ρόλο Της μέσα στὸ ἔργο τῆς σωτηρίας. Εἰκονίζεται σὲ ἄμεση σχέση μὲ τὸ γλυκύτατο Τέκνο Της, ἀλλὰ διατηρεῖ καὶ κάποια ἀπόσταση ἀπ’ Αὐτό, ὑπαγορευομένη ἀπὸ τὴν γνώση τῆς θεότητάς Του.

Ἡ Παναγία εἰκονίζεται μισοξαπλωμένη δίπλα στὸν μικρὸ Χριστὸ σὲ ἀνάλαφρη στάση, γιὰ νὰ ὑποδηλώσῃ μὲ τὴν στάση Της τὴν ἀπουσία τῶν πόνων, καὶ συνεπῶς τὴν παρθενικὴ γέννηση.

Ἡ μητρικὴ τρυφερότητα καὶ κάποια προορατικὴ αἴσθηση τῆς ρομφαίας ποὺ θὰ διαπεράσῃ τὴν καρδιὰ Της ἴσως προσδιορίζουν αὐτὴ τὴ στάση τῆς Θεομήτορος.

Μέσα στὸ σπήλαιο δὲν ὑπάρχει ἄλλο πρόσωπο ἀπὸ τὴν Μητέρα καὶ τὸ Βρέφος. Μόνο τὰ δύο ζῷα (βόδι καὶ ὀνάριο), ποὺ ἡ παρουσία τους εἶναι μιᾶ ζωγραφικὴ ὑπόμνηση τῶν καυτερῶν γιὰ τὸ Ἰσραὴλ λόγων τοῦ Ἠσαΐα. Ἡ ἀποστασία τοῦ ἐκλεκτοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ στηλιτεύεται μὲ τὸν διακριτικὸ αὐτὸν τρόπο μέσα στὴν εἰκόνα.

Ὁ Ἰωσὴφ εἰκονίζεται συνήθως μακριὰ ἀπὸ τὸ κέντρο τῆς παράστασης γιὰ νὰ τονισθῇ ἔτσι ὅτι δὲν εἶναι ὁ πατέρας τοῦ παιδιοῦ, ἀλλὰ ὁ προστάτης τῆς οἰκογενείας

Ὁ Ἰωσὴφ κάθεται συλλογισμένος, σὲ μερικὲς περιπτώσεις μάλιστα μοιάζει νὰ ἔχει σὰν πρότυπο ἀγάλματα σκεπτομένων μορφῶν. Ἡ στάση αὐτὴ ὑποσημαίνει τὶς ἀμφιβολίες ποὺ φαίνεται ἀκόμα νὰ ἔχει.

Σὲ μερικὲς εἰκόνες μπροστὰ στὸν Ἰωσήφ στέκεται καὶ συνομιλεῖ ἕνας τσοπάνος, συνήθως γέρος, κακόμορφος, ποὺ σύμφωνα μὲ τὰ Ἀπόκρυφα εἶναι ὁ διάβολος μεταμορφωμένος σὲ τσοπάνη ποὺ πειράζει τὸν Ἰωσὴφ δείχνοντας τὴν ροζιασμένη μαγκούρα του λέγοντας εἰρωνικά, πὼς ἄν αὐτὸ τὸ ξεραμένο ξύλο βλαστήσῃ μὲ φύλλα καὶ κλαδιά, τότε μπορεῖ καὶ μία Παρθένα νὰ γεννήσῃ. Σὲ κάποιες μάλιστα εἰκόνες, σὰν ἄλλη ἐπίρρωση τῆς Παρθενίας τῆς Θεοτόκου, ζωγραφίζεται βλαστημένη ἡ ποιμενικὴ ράβδος.

Ἡ ἔνταξη τῶν ἀμφιβολιῶν τοῦ Ἰωσὴφ στὴν εἰκόνα τῆς Γεννήσεως, ἔχει χαρακτῆρα διδακτικό. «Στὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου Ἰωσήφ, ἡ εἰκόνα ἀφηγεῖται ἕνα παγκόσμιο δρᾶμα ποὺ παράγεται διὰ μέσου ὅλων τῶν αἰώνων… Τὸ Μυστήριο τοῦ Εὐαγγελίου ἀπευθύνεται στὴ πίστη καὶ συναντᾶ τὸ ἐμπόδιο τὶς αμφιβολίες» (Π. Εὐδοκίμωφ). Ἡ συλλογισμένη καὶ συνεσταλμένη στάση του δείχνει ἄνθρωπο ποὺ βρέθηκε σὲ γεγονότα πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις του, ἀλλὰ ποὺ δὲν τοῦ λείπει ἡ ἀγαθὴ προαίρεση. Γιὰ αὐτὸ καὶ τὴ Μαρία δὲν θὰ τὴ διώξει κρυφά, ὅπως πρὸς στιγμὴ σκέφτηκε, ἀλλὰ θὰ σταθεῖ δίπλα στὴ Μητέρα καὶ τὸ Παιδίον σὰν προστάτης.

Ἔτσι ἡ ἀμφιβολία τοῦ Ἰωσὴφ γίνεται στήριγμα γι’ αὐτοὺς ποὺ δοκιμάζονται ἀπὸ λογισμοὺς ἀμφιβολίας καὶ δυσπιστίας.

 

image